μονοφωνικός
Ελληνικά · 유의어·반의어
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
μονοφωνικός
- mo.no.fo.niˈkos
어원
μονοφωνικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική monophonic < monophony < ελληνιστική κοινή μονόφωνος < αρχαία ελληνική μόνος + φωνή
형용사 μονοφωνικός · μονοφωνική · μονοφωνικό · μονοφωνικού · μονοφωνικής
-
που έχει σχέση με τη μονοφωνία ή αναφέρεται σ’ αυτή (είτε μουσική είτε άλλου είδους)
※ Όλα τα εγκώμια μάλιστα που αφειδώς επιδαψιλεύονται από γλωσσαμύντορες παντός συμφέροντος επί της ελληνικής δε δείχνουν παρά μόνο μια πραγματικότητα: τη μονοφωνική αυτάρκεια της γλωσσικής κατάστασης, την αδυναμία της γλώσσας, όχι πλέον στο επίπεδο ιδεών αλλά ... (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 436-439, 2
반의어: πολυφωνικός
-
που έχει εγγραφεί σε ένα μόνο κανάλι ήχου
반의어: στερεοφωνικός, πολυκάναλος
영어로
- monophonic having a single channel
이 단어에 대해 이야기하기 "μονοφωνικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μονοφωνικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "μονοφωνικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {μονοφωνικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}