μονόκερως
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
Μονόκερως¹
Where it comes from
Μονόκερως < μόνος (> μονο-) + κέρας (γενική: κέρασος > κέρως)
proper noun Μονόκερως
- όνομα αστερισμού του βόρειου ημισφαιρίου. Σημειώθηκε για πρώτη φορά από τον Jakob Bartsch το 1624 και ανήκει στους 88 επίσημους αστερισμούς που το 1922 θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση συντομογραφία: Mon
μονόκερως²
Where it comes from
μονόκερως < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μονόκερως < μονό-+ κέρας + -ως. Συγκρίνετε με το μονόκερος.
noun μονόκερως
-
αρχαία γραφή του μονόκερος
※ (καθαρεύουσα) Ὁ ταῦρος τοῦ Θεοδόση ὁ μονόκερως, ὁ φιλέρημος καὶ μελαγχολικός, καταβὰς πρὸ μικροῦ διὰ νὰ κάμῃ τὸν συνήθη περίπατόν του κάτω εἰς τὸ βαθὺ ρεῦμα, τὸ κατερχόμενον δι᾽ ἑλιγμῶν καὶ βράχων καὶ καταρρακτῶν εἰς τὸν Μικρὸν Γιαλόν, ἐξέβαλεν ἕνα θρηνώδη μυκηθμόν, εἶτα ἔμεινεν ἐξηπλωμένος, ἀπαθή
Similar: μονοκέρατος
- μυθολογικό άλογο με κέρατο στο μέτωπο
- αστερισμός που βρίσκεται νότια των Διδύμων και βόρεια του Μεγάλου Κυνός
In English
- Monoceros winter constellation of the northern sky
Talk about this word "μονόκερως." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CE%BA%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μονόκερως. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CE%BA%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%82 "μονόκερως." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CE%BA%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μονόκερως},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CE%BA%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}