μονόλογος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μονόλογος

  • moˈno.lo.ɣos

Where it comes from

μονόλογος < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική monologue < αρχαία ελληνική μόνος + λόγος < λέγω

noun μονόλογος · μονόλογοι · μονόλογου · μονολόγου · μονόλογων · μονολόγων

  1. συνεχής λόγος ενός προσώπου, που έχει μια σχετική διάρκεια και δεν διακόπτεται από συνομιλητή ※ Όλα είχαν μια έξοχη αληθοφάνεια. Η παραστατικότητα του λόγου του ασφαλίτη τον υπνώτιζε, αν δεν τον έβλεπε με καχυποψία και δεν τον αφορούσε όλο αυτό θα μπορούσε να απολαύσει ως λογοτεχνικό κείμενο την έξοχη προφορικότητα του μονόλογου αυτουνού του χαρισματικού αστυνόμου. (Βασίλης Γκουρογιάννης, Αν

Opposite: διάλογος

Thesaurus

noun

Opposite: διάλογος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μονόλογος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μονόλογος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%82

Chicago

"μονόλογος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μονόλογος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}