μονόπλευρος
Ελληνικά · المرادفات والأضداد
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
μονόπλευρος
- moˈno.ple.vɾos
من أين أتت
μονόπλευρος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μονόπλευρος (παράταξη με μέτωπο κινούμενο μόνο προς μια κατεύθυνση), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική unilatéral ή από την αγγλική one-sided , μορφολογικά, μονό- + -πλευρος
صفة μονόπλευρος · μονόπλευρη · μονόπλευρο · μονόπλευρου · μονόπλευρης
-
που θεωρεί μόνο τη μία πλευρά των πραγμάτων, αφήνοντας απαρατήρητες όλες τις άλλες προοπτικές τους
είναι μονόπλευρη στις απόψεις της και δε μεταπείθεται
مشابه: μονοδιάστατος, μονοκόμματος, μονομερής · عكسها: πολύπλευρος
- που ασχολείται με πολύ λίγες δραστηριότητες ή έχει πνευματική στενότητα οι φανατισμένοι άνθρωποι είναι και μονόπλευροι
بالإنجليزية
- one-sided having only one side
تحدّث عن هذه الكلمة "μονόπλευρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CF%80%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μονόπλευρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CF%80%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82 "μονόπλευρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CF%80%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {μονόπλευρος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CF%80%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}