μουλάρι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μουλάρι
- muˈla.ɾi
Where it comes from
μουλάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μουλάρι < ελληνιστική κοινή μουλάριον, υποκοριστικό του μοῦλα < λατινικά mula, θηλυκό του mulus
noun μουλάρι · μουλάρια · μουλαριού · μουλαριών
- στείρο ζώο που προκύπτει από διασταύρωση, συνήθως, φοράδας με αρσενικό γάιδαρο και, σπανιότερα, αρσενικού αλόγου με γαϊδούρα. Χαρακτηρίζεται από μεγάλη αντοχή, δύναμη και σταθερότητα στο βάδισμα για αυτό και στο παρελθόν χρησιμοποιούταν σε γεωργικές εργασίες (όργωμα, μεταφορές, κ.λπ.). Το κεφάλι και το σώμα του μοιάζουν περισσότερο με του αλόγου ενώ τα αυτιά και τα πόδια του με του γαϊδάρου ※ Αν έβγαινες στο δρόμο, μύριζε από τη ζέστη το κόπρανο της καμήλας και του μουλαριού. Την άνοιξη, αφήνει σπόρο η κοπριά αυτή και βγαίνουν κάτι τεράστια βλαστάρια, να γεμίσει πρασινάδα παντού, σα να θέλει με τη φρεσκάδα της να κρύψει τη δυσωδία των τούρκικων μαχαλάδων. (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες τ
- άνθρωπος ισχυρογνώμων και με πολύ πείσμα
- άνθρωπος ανόητος και με αγένεια
Thesaurus
In English
Talk about this word "μουλάρι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AC%CF%81%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. μουλάρι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AC%CF%81%CE%B9 "μουλάρι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AC%CF%81%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μουλάρι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AC%CF%81%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}