μουνί

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μουνί

  • muˈni

Where it comes from

μουνί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μουνί(ν) < πιθανόν *μουνίον < *μνίον <

:* < είτε *βνίον (όπως αρχαία ελληνική βινεῖν, απαρέμφατο στο βινέω) < ελληνιστική κοινή *εὐνίον, υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική εὐνή (: συζυγικό κρεβάτι, γαμήλια κλίνη)

:* < είτε (λιγότερο πιθανή εκδοχή) < ελληνιστική κοινή μνίον (είδος θαλάσσιου φυτού), υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική μνοῦς (: χνούδι, απαλό μαλλί)

noun μουνί · μουνιά · μουνιού · μουνιών

  1. vulgar, χυδαίο το αιδοίο, το γυναικείο αναπαραγωγικό όργανο
  2. figuratively, vulgar, χυδαίο, μεταφορικά κάθε νεαρή γυναίκα, ιδίως για να δηλωθεί πόσο ελκυστική ή ερωτική θεωρείται, ή για να δηλωθεί υποψήφια ή υπάρχουσα σχέση με άνδρα Τί τελικά έγινε χτες στο πάρτυ; Ήρθαν αργότερα μουνιά ή μείνατε μόνο τα μπακούρια;
  3. figuratively, μεταφορικά η ακαταστασία, το μπάχαλο
  4. figuratively, offensive, μεταφορικά, υβριστικό άτιμος, πρόστυχος ή κακόβουλος άνθρωπος

In English

  • cunt genitalia
  • shit nasty, despicable person
  • twat vulgar slang, vagina
  • pussy slang: female genitalia — see also vagina

Talk about this word

Cite this
MLA

"μουνί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%AF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

μουνί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%AF

Chicago

"μουνί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%AF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μουνί},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%AF},
  urldate = {2026-11-06}
}