μουνί
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μουνί
- muˈni
Where it comes from
μουνί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μουνί(ν) < πιθανόν *μουνίον < *μνίον <
:* < είτε *βνίον (όπως αρχαία ελληνική βινεῖν, απαρέμφατο στο βινέω) < ελληνιστική κοινή *εὐνίον, υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική εὐνή (: συζυγικό κρεβάτι, γαμήλια κλίνη)
:* < είτε (λιγότερο πιθανή εκδοχή) < ελληνιστική κοινή μνίον (είδος θαλάσσιου φυτού), υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική μνοῦς (: χνούδι, απαλό μαλλί)
noun μουνί · μουνιά · μουνιού · μουνιών
- το αιδοίο, το γυναικείο αναπαραγωγικό όργανο
- κάθε νεαρή γυναίκα, ιδίως για να δηλωθεί πόσο ελκυστική ή ερωτική θεωρείται, ή για να δηλωθεί υποψήφια ή υπάρχουσα σχέση με άνδρα Τί τελικά έγινε χτες στο πάρτυ; Ήρθαν αργότερα μουνιά ή μείνατε μόνο τα μπακούρια;
- η ακαταστασία, το μπάχαλο
- άτιμος, πρόστυχος ή κακόβουλος άνθρωπος
In English
Talk about this word "μουνί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%AF. Accessed 6 Nov. 2026. μουνί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%AF "μουνί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%AF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μουνί},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%AF},
urldate = {2026-11-06}
}