Μίκουιν

μουρμουρητό

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

μουρμουρητό

Από πού έρχεται

μουρμουρητό < μουρ μουρ (ηχητική περιγραφή) + -ητό

ουσιαστικό μουρμουρητό · μουρμουρητά · μουρμουρητού · μουρμουρητών

  1. χαμηλόφωνη και όχι απόλυτα κατανοητή ομιλία
  2. άλλος παρόμοιος ήχος ※ Άκουσε έναν γνώριμο ήχο. Μια κραυγή μέσα από σουρντίνα. Έβγαινε από όλες τις κλειστές πόρτες. Στην αρχή ήταν ένα ακαθόριστο μουρμουρητό. Ένα μακρινό μουγκρητό. «Ο τελικός του Μουντιάλ», σκέφτηκε. «Το είχα ξεχάσει».» (Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, Η εσχάτη των ποινών, εκδ. Καστανιώτη, 2015, μετάφραση: Κώστα
  3. η μουρμούρα

Στα αγγλικά

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"μουρμουρητό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B7%CF%84%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μουρμουρητό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B7%CF%84%CF%8C

Chicago

"μουρμουρητό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B7%CF%84%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μουρμουρητό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B7%CF%84%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}