μουρμούρης
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μουρμούρης¹
Where it comes from
μουρμούρης < μεσαιωνική ελληνική μουρμούρης
adjective μουρμούρης · μουρμούρα · μουρμούρικο · μουρμούρη · μουρμούρας · μουρμούρικου
- αυτός που μουρμουρίζει συνεχώς ή συχνά.
- το θηλυκό ως ουσιαστικό: η μουρμούρα
Μουρμούρης²
Where it comes from
Μουρμούρης < μουρμούρης
proper noun Μουρμούρης · Μουρμούρηδες · Μουρμούρη · Μουρμούρηδων
- ανδρικό επώνυμο ※ Είχε τον Θοδωρή, που τον φωνάζανε όπου τον βλέπανε «πουτάνα θάλασσα», δεν ξέρω γιατί, και τον Στιφανή τον Μουρμούρη, που βαστούσε η σκούφια του απ' τη Ζαγορά
Talk about this word "μουρμούρης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BC%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μουρμούρης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BC%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82 "μουρμούρης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BC%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μουρμούρης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BC%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}