μουρντάρης

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μουρντάρης

  • muɾˈda.ɾis

Where it comes from

μουρντάρης < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική مردار (murdar, βρόμικος) (τουρκική murdar) < περσική مردار (mordār)

noun μουρντάρης · μουρντάρηδες · μουρντάρη · μουρντάρηδων

  1. που έχει πολλές εξωσυζυγικές σχέσεις ή συνηθίζει να απατά τη σύντροφό του ※ Ο Διονυσιάδης ήτανε μουρντάρης. Τα είχε με κάποια θεατρινούλα του θιάσου Πεταλά, που δούλευε τότε στο θέατρό του. Η γυναίκα του, ζηλιάρα, του 'κανε καθημερινές σκηνές. (Κώστας Αρκουδέας, Το χαμένο Νόμπελ: Μια αληθινή ιστορία, εκδόσεις Καστανιώτη, 2015 https://www.google.gr/books/edition/%CE%A4%CE%
  2. vulgar, λαϊκότροπο άνθρωπος ακάθαρτος, βρομιάρης

Talk about this word

Cite this
MLA

"μουρντάρης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μουρντάρης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82

Chicago

"μουρντάρης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μουρντάρης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}