μουσαμάς
Ελληνικά
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
μουσαμάς¹
- mu.saˈmas
من أين أتت
μουσαμάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική muşamba + -ς < αραβική مشمّع (muşamma, διαλεκτικό)
اسم μουσαμάς · μουσαμάδες · μουσαμά · μουσαμάδων
- αδιάβροχο ύφασμα που περιέχει υλικά όπως κερί ※ Πρέπει να στερεώσουν τους σκισμένους μουσαμάδες, να καρφώσουν σπασμένα μαδέρια, να ασφαλίσουν τους φωναγωγούς, να ρίχνουν το μάτι τους στα σπιράγια και στις γραδελάδες της μηχανής. Να' χουνε το νου τους στα φινιστρίνια. (Η μεσοπολεμική πεζογραφία από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914
Μουσαμάς²
من أين أتت
Μουσαμάς < → λείπει η ετυμολογία
اسم علم Μουσαμάς · Μουσαμάδες · Μουσαμά · Μουσαμάδων
- ανδρικό επώνυμο
بالإنجليزية
تحدّث عن هذه الكلمة "μουσαμάς." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μουσαμάς. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CF%82 "μουσαμάς." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CF%82.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {μουσαμάς},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}