μουσαφίρης

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μουσαφίρης¹

Where it comes from

μουσαφίρης < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική مسافر (müsâfir) (τουρκική misafir) < αραβική مُسَافِر (musāfir, ταξιδιώτης)

noun μουσαφίρης · μουσαφίρηδες · μουσαφιραίοι · μουσαφίρη · μουσαφίρηδων · μουσαφιραίων

  1. ο φιλοξενούμενος ※ Έχω από χτες βράδυ μουσαφίρισσα την ξαδερφούλα μου. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
  2. ο επισκέπτης ※ εμφανίστηκε η κυρία Φιλαρέτη σερβίροντας με τον δίσκο γλυκό του κουταλιού με δροσερό νερό. «Γλυκό τριαντάφυλλο από μαγιάτικα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα. Στην Πόλη πολύ το συνηθίζαμε, βάλσαμο για το στομάχι. Εδώ δυσκολεύομαι να τα βρω, μα πάντα υπάρχει ένα βαζάκι για τους λίγους και εκλεκτούς μουσαφίρ

Μουσαφίρης²

Where it comes from

Μουσαφίρης < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Μουσαφίρης · Μουσαφίρηδες · Μουσαφίρη · Μουσαφίρηδων

  1. ανδρικό επώνυμο

Talk about this word

Cite this
MLA

"μουσαφίρης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1%CF%86%CE%AF%CF%81%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μουσαφίρης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1%CF%86%CE%AF%CF%81%CE%B7%CF%82

Chicago

"μουσαφίρης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1%CF%86%CE%AF%CF%81%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μουσαφίρης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1%CF%86%CE%AF%CF%81%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}