μουσική
Ελληνικά
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
μουσική
- mu.siˈci
מאיפה זה בא
μουσική < αρχαία ελληνική μουσική (τέχνη που προστατεύεται από τις Μούσες) , λόγιο ενδογενές δάνειο: ιταλική musica και από τη γαλλική musique < λατινική musica < αρχαία ελληνική μουσική
שם עצם μουσική · μουσικές · μουσικής · μουσικών
- η τέχνη του συνδυασμού ήχων σύμφωνα με ορισμένους κανόνες, ώστε να δημιουργεί ένα καλλιτεχνικό αποτέλεσμα Στην κλασική δυτική αντίληψη, η μουσική έχει μελωδία, ρυθμό και αρμονία.
שם תואר μουσική · μουσικές · μουσικής · μουσικών
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουσικός
באנגלית
- music sound, organized in time in a melodious way
לדבר על המילה הזו "μουσική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. μουσική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AE "μουσική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AE.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {μουσική},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}