μουσούδα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μουσούδα
- muˈsu.ða
Where it comes from
μουσούδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μουσοῦδα < μουσοῦδιν, υποκοριστικό από την ιταλική muso + -ούδα. Συγχρονικά αναλύεται σε μουσούδ(ι) + -α, παραβάλετε χέρα.
noun μουσούδα · μουσούδες · μουσούδας
- μεγεθυντικό του μουσούδι
-
το ρύγχος των ζώων
※ Στο μεταξύ είχα πλησιάσει το άλογο και πήγαινα να το πιάσω από το χαλινάρι. Εκείνο όμως αντέδρασε και έκανε ένα βήμα πίσω. ... «Santa Madonna! τι κάνεις εκεί;» φώναξε ο άγνωστος, λες και έπρεπε να γνώριζα από άλογα. «Χάιδεψέ του πρώτα τη μουσούδα για να το ηρεμήσεις» (Βαρβάρα-Ρίτα Αθανασιάδου, Ένα
Similar: ρύγχος
-
το πρόσωπο του ανθρώπου
→ χρειάζεται παράθεμα
Similar: μούτρο
Talk about this word "μουσούδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. μουσούδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1 "μουσούδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μουσούδα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}