μουσούδα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μουσούδα

  • muˈsu.ða

Where it comes from

μουσούδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μουσοῦδα < μουσοῦδιν, υποκοριστικό από την ιταλική muso + -ούδα. Συγχρονικά αναλύεται σε μουσούδ(ι) + -α, παραβάλετε χέρα.

noun μουσούδα · μουσούδες · μουσούδας

  1. μεγεθυντικό του μουσούδι
  2. το ρύγχος των ζώων ※ Στο μεταξύ είχα πλησιάσει το άλογο και πήγαινα να το πιάσω από το χαλινάρι. Εκείνο όμως αντέδρασε και έκανε ένα βήμα πίσω. ... «Santa Madonna! τι κάνεις εκεί;» φώναξε ο άγνωστος, λες και έπρεπε να γνώριζα από άλογα. «Χάιδεψέ του πρώτα τη μουσούδα για να το ηρεμήσεις» (Βαρβάρα-Ρίτα Αθανασιάδου, Ένα

    Similar: ρύγχος

  3. ironic, ειρωνικό το πρόσωπο του ανθρώπου → χρειάζεται παράθεμα

    Similar: μούτρο

Talk about this word

Cite this
MLA

"μουσούδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μουσούδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1

Chicago

"μουσούδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μουσούδα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}