μουφτής
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μουφτής¹
- muˈftis
Where it comes from
μουφτής < (άμεσο δάνειο) τουρκική müftü < αραβική مفت (muftin)
noun μουφτής · μουφτήδες · μουφτή · μουφτήδων
- ιερατικός βαθμός του Ισλάμ (ειδικότερα του σουνιτικού κλάδου), ο οποίος είναι υπεύθυνος για την ερμηνεία και την απόδοση των νόμων και των κανόνων του Κορανίου ※ Απειλές εναντίον της ζωής του αλλά και της οικογένειάς του αντιμετωπίζει ο αρχισυντάκτης μιας μαροκινής εφημερίδας, επειδή τόλμησε να κάνει δηλώσεις υπέρ των προγαμιαίων σχέσεων κατά τη διάρκεια ζωντανής εκπομπής σε τοπικό τηλεοπτικό δίκτυο. «Αμέσως μετά τις δηλώσεις μου ένας μουφτής στην Ούτζντα
Μουφτής²
Where it comes from
Μουφτής < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Μουφτής · Μουφτή · Mouftis
- ανδρικό επώνυμο
In English
- mufti Muslim scholar
Talk about this word "μουφτής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%86%CF%84%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μουφτής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%86%CF%84%CE%AE%CF%82 "μουφτής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%86%CF%84%CE%AE%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μουφτής},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%86%CF%84%CE%AE%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}