μούχλα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μούχλα
- ˈmu.xla
Where it comes from
μούχλα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική *(ἀ)μοῦχλα < *μόχλα με ἀ- προθεματικό και [u] > [o] όπως και τα μοχλιάζω - μουχλιάζω < ἀμούχλη < ελληνιστική κοινή ὀμίχλα < αρχαία ελληνική ὀμίχλη / ὁμίχλη
: (Σχόλια για σύνδεση με την αραμαϊκή γλώσσα και τη μέση αρμενική: μούχλα στο αγγλικό Βικιλεξικό.)
noun μούχλα · μούχλες · μούχλας
- κοινή ονομασία για πολλά είδη μυκήτων που αναπτύσσονται σε οργανικές ουσίες που βρίσκονται σε αποσύνθεση και έχουν μια χαρακτηριστική μυρωδιά
- το πρασινωπό ή ασπριδερό στρώμα που εμφανίζεται σε διάφορα μέρη και αποτελείται από διάφορα είδη μυκήτων μούχλας
- νωχελικός, που αδρανεί γενικά, που βαριέται άλλες μορφές: μούχλας (αρσενικό), μούχλα (θηλυκό)
- αναχρονιστική κατάσταση
In English
Talk about this word "μούχλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%8D%CF%87%CE%BB%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. μούχλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%8D%CF%87%CE%BB%CE%B1 "μούχλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%8D%CF%87%CE%BB%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μούχλα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CF%8D%CF%87%CE%BB%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}