μπάρμπας
Ελληνικά
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
μπάρμπας¹
- ˈbaɾ.bas
어원
μπάρμπας < (άμεσο δάνειο) βενετική barba
명사 μπάρμπας · μπαρμπάδες · μπάρμπα · μπαρμπάδων
- θείος
- άντρας σχετικά προχωρημένης ηλικίας ※ Ο μπάρμπας έσυρε αργά τα πόδια του προς την παρέα στο βάθος. Έμοιαζε σαν να τον τραβούσε μια αόρατη ρυμούλκα με συρματόσχοινο (Κώστας Μουζουράκης, Φίδια στο Σκορπιό, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Μπάρμπας²
- ˈbaɾ.bas
어원
Μπάρμπας < μπάρμπας
고유 명사 Μπάρμπας · Μπάρμπηδες · Μπαρμπαίοι · Μπάρμπα · Μπάρμπηδων · Μπαρμπαίων
- ανδρικό όνομα
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Μπάρμπα)
이 단어에 대해 이야기하기 "μπάρμπας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μπάρμπας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%82 "μπάρμπας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%82.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {μπάρμπας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}