מיקווין

μπέμπης

Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

μπέμπης¹

  • ˈbe.bis

מאיפה זה בא

μπέμπης < (άμεσο δάνειο) αγγλική baby < μέση αγγλική babee, babi < babe < αγγλοσαξονικά *baba (παιδί) < πρωτογερμανική *babô < *ba- / *bō- < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰā- / *bʰāt- (πατέρας, (μεγάλος) αδερφός)

שם עצם μπέμπης · μπέμπηδες · μπέμπη · μπέμπηδων

  1. μικρό παιδί, μωρό,νήπιο
  2. figuratively, offensive, μεταφορικά, μειωτικό που έχει παιδιάστικη συμπεριφορά

    דומה: ανόητος, ανώριμος

Μπέμπης²

מאיפה זה בא

Μπέμπης < μπέμπης

שם פרטי Μπέμπης · Μπέμπηδες · Μπέμπη · Μπέμπηδων

  1. ανδρικό επώνυμο

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"μπέμπης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μπέμπης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%B7%CF%82

Chicago

"μπέμπης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μπέμπης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}