μπακάλης

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μπακάλης¹

  • baˈka.lis

Where it comes from

μπακάλης < (άμεσο δάνειο) τουρκική bakkal + -ης < αραβική بقّال (bakkāl)

noun μπακάλης · μπακάληδες · μπακάλη · μπακάληδων

  1. επάγγελμα ο ιδιοκτήτης καταστήματος που πουλάει τρόφιμα και μικροπράγματα για το σπίτι ※ Μεγάλωσα σε μια γειτονιά όπου οι μπακάληδες, αφοί Λαγκούση στα Ταμπάχανα, ο Λώλος- παχουλός σαν καλοφουσκωμένο καρβέλι ψωμί- κι ο Μαρίνος- αδύνατος σα σκουράντζος-, γεροντοπαλίκαρα μέχρι το θάνατο τους (Αχαιών γεύσεις, Σοφία Π. Χριστοπούλου, Εκδόσεις Παλαιών Πατρών, 2006, σελ. 13 https://books.goo
  2. figuratively, offensive, μεταφορικά, μειωτικό που κάνει πρόχειρους υπολογισμούς, που δουλεύει πρόχειρα και εμπειρικά

Similar: παντοπώλης

Μπακάλης²

Where it comes from

Μπακάλης < επάγγελμα μπακάλης

proper noun Μπακάλης · Μπακάληδες · Μπακάλη · Μπακάληδων

  1. ανδρικό επώνυμο

Thesaurus

noun

Similar: παντοπώλης

In English

  • grocer person selling foodstuffs and household items

Talk about this word

Cite this
MLA

"μπακάλης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μπακάλης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B7%CF%82

Chicago

"μπακάλης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μπακάλης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}