μπακαλιάρος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μπακαλιάρος
- ba.kaˈʎa.ros
Where it comes from
μπακαλιάρος < (άμεσο δάνειο) ιταλική baccalaro (διαλεκτικός τύπος baccaglaro / baccagliaro σύγχρονα ιταλικά baccalà) < πορτογαλική bacalhau < ολλανδική bakaljauw / kabeljauw < …
:# …ίσως: μεσαιωνική λατινική cabellauwus < λατινική baculum (ραβδί, μπαστούνι) ή
:# …ίσως: βασκική bakailao
noun μπακαλιάρος · μπακαλιάροι · μπακαλιάρου · μπακαλιάρων · μπακαλιάρο · μπακαλιάρους
- κοινή ονομασία του είδους ψαριού του γένους Γάδος (Gadus) της οικογένειας των Γαδιδών, με μήκος περίπου 1,5 μ. και βάρος μέχρι 15 κιλά. Ψαρεύεται κυρίως στον Ατλαντικό και τη Βόρεια Θάλασσα. Από το συκώτι του παράγεται το μουρουνέλαιο. ※ Παραδοσιακό έδεσμα της ημέρας του Ευαγγελισμού (...) είναι ο μπακαλιάρος και μάλιστα συνοδεία της γνωστής σκορδαλιάς. (@tovima.gr)
- κοινή ονομασία του είδους ψαριού μερλούκιος
- πολύ αδύνατος άνθρωπος
Thesaurus
In English
Talk about this word "μπακαλιάρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μπακαλιάρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%BF%CF%82 "μπακαλιάρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μπακαλιάρος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}