μπαλκόνι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μπαλκόνι

  • balˈko.ni

Where it comes from

μπαλκόνι < (άμεσο δάνειο) ιταλική balcon(e) + -ι < λομβαρδική *balko (δοκός) < ... < απώτατης αρχής από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰelǵ-. Συγγενή: αγγλική balk, γερμανική Balken (δοκός), αρχαία ελληνική φάλαγξ.

noun μπαλκόνι · μπαλκόνια · μπαλκονιού · μπαλκονιών

  1. αρχιτεκτονική μικρή περιφραγμένη προεξοχή σε κτίριο, συνήθως στο ίδιο επίπεδο με το πάτωμα του ορόφου στον οποίο βρίσκεται ※ Πρόκειται για τετράφατσο, διαμπερές, ευήλιο και ευάερο διαμέρισμα με περιμετρικά μπαλκόνια και μοναδική αίσθηση άνεσης σε όλους τους χώρους (διαφήμιση πώλησης ακινήτου, ανακτήθηκε 5/2/2026)
  2. especially, ειδικότερα το μπαλκόνι που χρησιμοποιείται για προεκλογικούς λόγους ※ Οταν όμως κατέβαινε από το μπαλκόνι ο Πρωθυπουργός […] ( Η γοητεία του μπαλκονιού, Εφημεδία Το Βήμα 2008.11.24 @tovima.gr)
  3. figuratively, μεταφορικά τοποθεσία σε ορεινό μέρος με άπλετη θέα

In English

  • balcony structure extending from a building

Talk about this word

Cite this
MLA

"μπαλκόνι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μπαλκόνι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B9

Chicago

"μπαλκόνι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μπαλκόνι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}