米克温

μπανγκαλόου

Ελληνικά

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

μπανγκαλόου

  • baŋ.gaˈlo.u

它从哪里来

μπανγκαλόου < αγγλική bungalow < χίντι बंगला (baṅglā, Βεγγάλη) < बंगाल (baṅgāl) + -आ < σανσκριτική वङ्ग (vaṅga)

名词 μπανγκαλόου

  1. αρχιτεκτονική μονώροφο σπίτι, συνήθως με όλα τα δωμάτια σε ένα επίπεδο (ή και με κάποια δωμάτια στον χώρο της οροφής)
  2. αρχιτεκτονική μονώροφο (ή και ενίοτε διώροφο) σπιτάκι με βεράντα (ή βεράντες), που μαζί με άλλα όμοια και γειτονικά αποτελεί τουριστική ξενοδοχειακή μονάδα ή τμήμα της

英语

讨论这个词

引用
MLA

"μπανγκαλόου." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CE%BF%CF%85. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μπανγκαλόου. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CE%BF%CF%85

Chicago

"μπανγκαλόου." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CE%BF%CF%85.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μπανγκαλόου},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CE%BF%CF%85},
  urldate = {2026-11-07}
}