μπαρ
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μπαρ¹
Where it comes from
μπαρ < (άμεσο δάνειο) αγγλική bar < παλαιά γαλλική barre (μπάρα) < δημώδης λατινική barra
noun μπαρ
-
κατάστημα που σερβίρει οινοπνευματώδη ποτά
※ Αλλού, στην Αγγλία ή τη Γαλλία, οι κοινωνιολόγοι γράφουν βιβλία, τα πανεπιστήμια κάνουν έρευνες πάνω στο λεξικό μιας νεολαιίστικης υποκουλτούρας, στα γκραφίτι των τοίχων, στα λόγια των τραγουδιών των Σεξ Πίστολς, στα βεσπάκια των Mods ή στο φαινόμενο του φέις κοντρόλ στα μπαρ (Ταχυδρόμος, τεύχη 49
Similar: μπαράκι
-
ο πάγκος που χωρίζει τον μπάρμαν από τους πελάτες ενός τέτοιου καταστήματος και όπου μπορούν αυτοί να κάτσουν για να πιουν το ποτό τους
Similar: μπάρα
- οικιακό έπιπλο για τα οινοπνευματώδη ποτά
noun μπαρ
- μονάδα μέτρησης της ατμοσφαιρικής πίεσης
Μπαρ²
Where it comes from
Μπαρ < μπαρ
proper noun Μπαρ · Bar
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
In English
- bar business licensed to sell intoxicating beverages
Talk about this word "μπαρ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%81. Accessed 6 Nov. 2026. μπαρ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%81 "μπαρ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%81.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μπαρ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%81},
urldate = {2026-11-06}
}