μπαρκάρω
Ελληνικά · Συνώνυμα και αντώνυμα
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
μπαρκάρω
- baɾˈka.ɾo
Από πού έρχεται
μπαρκάρω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπαρκάρω < ἰμπαρκάρω < ιταλική imbarcare < barca < → δείτε τη λέξη βάρκα
ρήμα μπαρκάρω · μπάρκαρα · μπαρκάριζα · μπαρκάρισα · μπαρκαρισμένος
-
επιβιβάζομαι σε πλοίο, για να ταξιδέψω ως μέλος του πληρώματος, ξεκινώ να εργάζομαι σε αυτό
※ Διονύσιος Ρώμας, 1906-1961. «Το ρεμπελιό των ποπολάρων» στις τριλογίες Περίπλους @books.google
Παρόμοιες: ναυτολογούμαι
- επιβιβάζομαι σε πλοίο, για να ταξιδέψω ως επιβάτης
- φορτώνω σε πλοίο εμπορεύματα-αγαθά
Στα αγγλικά
- embark to get on a boat
Συζήτησε αυτή τη λέξη "μπαρκάρω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%AC%CF%81%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. μπαρκάρω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%AC%CF%81%CF%89 "μπαρκάρω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%AC%CF%81%CF%89.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {μπαρκάρω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%AC%CF%81%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}