μπαρμπέρης

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μπαρμπέρης¹

  • baɾˈbe.ɾis

Where it comes from

μπαρμπέρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπαρμπιέρης < (άμεσο δάνειο) ιταλική barbiere

noun μπαρμπέρης · μπαρμπέρηδες · μπαρμπέρη · μπαρμπέρηδων

  1. επάγγελμα ο κουρέας του παλιού καιρού, που εκτός από το κούρεμα και το ξύρισμα αναλάμβανε να βγάζει και δόντια και να περιποιείται μικροτραύματα ※ Όταν πια ο μπαρμπέρης κόψει το ενοχλητικό δέρμα και το δείξει σ' όλη την ομήγυρη, τότε η μητέρα κερνάει τους καλεσμένους χουσάφι. Αυτό είναι ένα ειδικό γλύκισμα φτιαγμένο από στάρι, σταφίδες, χουρμάδες, σύκα και ξερά φασόλια που τα βράζουν όλα μαζί για πολλές ώρες. (Κώστας Ακριβός, Καιρός για θαύμ

Μπαρμπέρης²

  • baɾˈbe.ɾis

Where it comes from

Μπαρμπέρης < μπαρμπέρης

proper noun Μπαρμπέρης · Μπαρμπέρηδες · Μπαρμπέρη · Μπαρμπέρηδων

  1. ανδρικό επώνυμο

Talk about this word

Cite this
MLA

"μπαρμπέρης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BC%CF%80%CE%AD%CF%81%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μπαρμπέρης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BC%CF%80%CE%AD%CF%81%CE%B7%CF%82

Chicago

"μπαρμπέρης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BC%CF%80%CE%AD%CF%81%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μπαρμπέρης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BC%CF%80%CE%AD%CF%81%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}