μπαταχτσής

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μπαταχτσής

Where it comes from

μπαταχτσής μπαταξής και μπατακσής< από το το τουρκικό batakçi= χρεοκόπος

noun μπαταχτσής · μπαταχτσήδες · μπαταχτσή · μπαταχτσήδων

  1. αυτός που δεν πληρώνει το χρέος του, αναξιόχρεος, κακοπληρωτής, χρεοκόπος. Με όλα αυτά η φορολογική διοίκηση μοιραία έγινε άθυρμα στην κομματική αντιπαράθεση και φθάσαμε πλέον στο σημείο να καταγγέλλεται, όχι η φοροδιαφυγή, αλλά η όποια προσπάθεια συλλογής φόρων, τους οποίους μάλιστα είχαν ήδη πληρώσει οι καταναλωτές. Το γεγονός ότι έτσι οι φόροι που συντόμως θα κληθούν να

Talk about this word

Cite this
MLA

"μπαταχτσής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%87%CF%84%CF%83%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μπαταχτσής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%87%CF%84%CF%83%CE%AE%CF%82

Chicago

"μπαταχτσής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%87%CF%84%CF%83%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μπαταχτσής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%87%CF%84%CF%83%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}