μπαχάρι
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
μπαχάρι¹
- baˈxa.ɾi
Από πού έρχεται
μπαχάρι < (άμεσο δάνειο) τουρκική bahar < αραβική بهار (bahār, καρύκευμα) < περσική بهار (bahâr, άνοιξη, ανθός) < μέση περσική wahār ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
ουσιαστικό μπαχάρι · μπαχάρια · μπαχαριού · μπαχαριών
- είδος μπαχαρικού που φτιάχνεται από αποξηραμένους καρπούς δέντρου της Καραϊβικής (Pimenta dioica), γνωστό και ως ινδικό πιπέρι ※ Το τάγιζεν η μάνα του / ψωμί με το μπαχάρι (ταχτάρισμα δημοτικό) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
- οποιοδήποτε μπαχαρικό ※ Τα μπαχάρια αδυνατίζουν (εφημερίδα Τα Νέα, Ένθετο «Υγεία», 3 Ιουλ. 2008)
Μπαχάρι²
Από πού έρχεται
Μπαχάρι < → λείπει η ετυμολογία
κύριο όνομα Μπαχάρι · Bachari
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Στα αγγλικά
Συζήτησε αυτή τη λέξη "μπαχάρι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. μπαχάρι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B9 "μπαχάρι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B9.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {μπαχάρι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}