μπεχλιβάνης
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μπεχλιβάνης¹
Where it comes from
μπεχλιβάνης < (άμεσο δάνειο) τουρκική pehlivan < περσική پهلوان (pahlavān, αθλητής, πρωταθλητής, ήρωας, παλαιστής)
noun μπεχλιβάνης · μπεχλιβάνηδες · μπεχλιβάνη · μπεχλιβάνηδων
- ο (περιοδεύων) παλαιστής που δίνει παραστάσεις επιδεικνύοντας τις εξαιρετικές σωματικές του ικανότητες στα χωριά συνήθως έδινε παράσταση ως μασίστας και όχι ως παλαιστής
- ο περιοδεύων αρσιβαρίστας που σηκώνει διάφορα βαριά αντικείμενα (όχι αποκλειστικά ειδικά βάρη εκγύμνασης)
- συνήθης χρήση: μασίστας
- δυνατός ή γενναίος άνθρωπος
- άσκοπα ριψοκίνδυνος, ο επιδιδόμενος σε πεχλιβανισμούς
Similar: μασίστας, κουταλιανός
Μπεχλιβάνης²
Where it comes from
Μπεχλιβάνης < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Μπεχλιβάνης · Μπεχλιβάνηδες · Μπεχλιβάνη · Μπεχλιβάνηδων
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
noun
Similar: μασίστας, κουταλιανός
Talk about this word "μπεχλιβάνης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B5%CF%87%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μπεχλιβάνης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B5%CF%87%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CE%B7%CF%82 "μπεχλιβάνης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B5%CF%87%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μπεχλιβάνης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B5%CF%87%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}