μποέμ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μποέμ¹

  • boˈem

Where it comes from

μποέμ < (λόγιο δάνειο) γαλλική bohème < Bohême (Βοημία)

noun μποέμ · μποέμισσα

  1. που ζει με τρόπο λιτό, αμέριμνο, αντισυμβατικό και σχεδόν άσωτο (χρησιμοποιείται συνήθως για καλλιτέχνες) ※ Ο Δ. Χατζόπουλος τον χαρακτηρίζει ιδιόρρυθμο, εκκεντρικό, μποέμ, άνθρωπο των καπηλειών και των τρωγλών, και τον παρομοιάζει με τον φιλόσοφο Μένιππο, τον πνευματώδη Λουκιανό, τον παρατηρητικό Ντίκενς, τον ψυχολόγο Τουργκένιεφ. (* εφημερίδα Το Βήμα)
  2. για τον τίτλο της όπερας

Μποέμ²

Where it comes from

Μποέμ < μποέμ

proper noun Μποέμ · Boem

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

In English

  • bohemian person whose lifestyle is unconventional

Talk about this word

Cite this
MLA

"μποέμ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CE%AD%CE%BC. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

μποέμ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CE%AD%CE%BC

Chicago

"μποέμ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CE%AD%CE%BC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μποέμ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CE%AD%CE%BC},
  urldate = {2026-11-06}
}