μποέμικος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μποέμικος

Where it comes from

μποέμικος < μποέμ + -ικος

adjective μποέμικος · μποέμικη · μποέμικο · μποέμικου · μποέμικης

  1. σχετικός με τους μποέμ και τον τρόπο ζωής τους ※ Ταφόπετρα όχι για το ίδιο το νησί (που τώρα μπορεί να βγάζει και πιο πολλά λεφτά…) αλλά για όλους αυτούς που την είχαν επιλέξει ως ένα μέρος που μπορείς να συνδυάσεις τα πάντα. Το χίπικο, το μποέμικο, το αλητήριο, το γκομενίστικο, το οικογενειακό, το κυριλέ, το ακριβό και το αουτσάιντερ. Πάντα μπο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μποέμικος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CE%AD%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μποέμικος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CE%AD%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82

Chicago

"μποέμικος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CE%AD%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μποέμικος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CE%AD%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}