μπονάτσα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μπονάτσα

  • boˈna.t͡sa

Where it comes from

μπονάτσα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπονάτσα < βενετική bonazza ή ιταλική bonaccia < λατινική malacia με απώτατη αρχή την αρχαία ελληνική μαλακία → Δείτε την ετυμολογία της μεσαιωνικής. Πιθανότατα πρώτη γραπτή αναφορά με τη γραφή μπονάτσα το 1839 στο Λεξικό του Σκαρλάτου Βυζαντίου

noun μπονάτσα · μπονάτσες · μπονάτσας

  1. ο καλός καιρός στη θάλασσα και ειδικότερα η ανυπαρξία ανέμου, η γαλήνη ※ Κ’ ἡ φουρτούνα τώρα, κατάλαβες, ὅσον πάει κί πέφτ’. Ταχιά θά ‘χουμε καλωσύνη, μπονάτσα, κάλμα. Ὅλο κί καλωσ’νεύει, νά, τώρα καλωσύνεψε!
  2. figuratively, μεταφορικά ηρεμία

Similar: άπνοια, απανεμιά, νηνεμία, κάλμα · Opposite: τρικυμία, θαλασσοταραχή, φουρτούνα

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"μπονάτσα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CE%BD%CE%AC%CF%84%CF%83%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μπονάτσα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CE%BD%CE%AC%CF%84%CF%83%CE%B1

Chicago

"μπονάτσα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CE%BD%CE%AC%CF%84%CF%83%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μπονάτσα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CE%BD%CE%AC%CF%84%CF%83%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}