μποτίλια

Ελληνικά

AI Nói đơn giản

Đang viết một lời giải thích ngắn…

Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.

μποτίλια¹

  • boˈti.ʎa

Nó đến từ đâu

μποτίλια < (άμεσο δάνειο) ιταλική bottiglia < γαλλική bouteille < λατινική butticula < buttis < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰeHw-

danh từ μποτίλια · μποτίλιες · μποτίλιας · μποτιλιών

  1. γυάλινο μπουκάλι, που μέσα του τοποθετούνται διάφορα υγρά ※ Μήτε τα κτήματά τους ξεύρει, μήτε το σπίτι του πονεί, μόνον κάθεται απ' το πρωί ως τα μεσάνυχτα με την μποτίλια του ρακιού μπροστά του, κάθεται σαν τόπακας μέσ' στο χαρέμι. (Γεώργιος Βιζυηνός, Ο Μοσκώβ-Σελήμ)
  2. μεταλλικό επίμηκες δοχείο, που μέσα του τοποθετούνται διάφορα αέρια υπό πίεση ※ Ανάμεσα στους τιμηθέντες ήταν και ο Ιταλός Ρέινολτ Μέσνερ ο οποίος έγινε ο πρώτος ορειβάτης που ανέβηκε επάνω χωρίς να χρησιμοποιήσει μποτίλια οξυγόνου καθώς και ο πρώτος άνθρωπος ο οποίος κατέκτησε τις 14 υψηλότερες κορυφές του πλανήτη. (*)

Μποτίλια²

Nó đến từ đâu

Μποτίλια < γενική ενικού του αρσενικού Μποτίλιας

danh từ riêng Μποτίλια · Μποτίλιας · Botilia

  1. γυναικείο επώνυμο

Trò chuyện về từ này

Trích dẫn
MLA

"μποτίλια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μποτίλια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CE%B1

Chicago

"μποτίλια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μποτίλια},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}