μπουζού
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
μπουζού
Από πού έρχεται
μπουζού: Έχει προταθεί < γενοβέζικο borsu / ιταλικά borsa (πουγκί, δερμάτινο σακούλι) < λατινικά bursa/byrsa (δέρμα) < αρχαία ελληνική βύρσα (δέρμα· πβ. βυρσοδεψία) (αντιδάνειο). Έχει προταθεί επίσης: < μεσαιωνική ελληνική μπουζουνάρα < *μπουζουνάρι < *υποζωνάριον· πβ. αρωμουνικά buzunar (τσέπη).
ουσιαστικό μπουζού
- η φυλακή
- τσέπη
- κρυψώνα
Συζήτησε αυτή τη λέξη "μπουζού." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%B6%CE%BF%CF%8D. Accessed 7 Nov. 2026. μπουζού. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%B6%CE%BF%CF%8D "μπουζού." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%B6%CE%BF%CF%8D.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {μπουζού},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%B6%CE%BF%CF%8D},
urldate = {2026-11-07}
}