米克温

μπουκιά

Ελληνικά · 同义词与反义词

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

μπουκιά

它从哪里来

μπουκιά < μπούκα + -ιά < βενετική buca (στόμιο, άνοιγμα) & boca (στόμα) < λατινική bucca (μάγουλο) < κελτικά. Δείτε και τη μεσαιωνική βουκιά

名词 μπουκιά · μπουκιές · μπουκιάς · μπουκιών

  1. μέρος τροφής που αντιστοιχεί στη χωρητικότητα του στόματος και που καταπίνουμε μονομιάς ※ Ὁ Πανάγος ἔφαγε μὲ ὄρεξη, πλαταγίζοντας τὴ γλώσσα, κατεβάζοντας μὲ θόρυβο μπουκιὲς ἀπανωτές. Ὅταν τέλειωσε, σκούπισε τὰ μουστάκια του μὲ τὴν ξανάστροφη τῆς παλάμης του καὶ κοίταξε τὴ Βαγγελιώ.. (Μ. Καραγάτσης, Ο Κοτζαμπάσης του Καστρόπυργου: μυθιστόρημα, 1982, σελ. 164)

    相近词: βλωμός, βούκα

  2. figuratively, μεταφορικά πολύ μικρή ποσότητα ※ Παιδιά δεν είχε, σκυλιά δεν είχε, μια μπουκιά φαΐ έτρωγε. (Λεία Χατζοπούλου-Καραβία, Οι συννυφάδες)
  3. figuratively, μεταφορικά μικρόσωμος

英语

讨论这个词

引用
MLA

"μπουκιά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%B9%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μπουκιά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%B9%CE%AC

Chicago

"μπουκιά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%B9%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μπουκιά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%B9%CE%AC},
  urldate = {2026-11-07}
}