μπουκώνω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μπουκώνω
- buˈko.no
Where it comes from
μπουκώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐμπουκώνω (< ἐμβουκώνω) με σίγηση του αρχικού άτονου φωνήεντος < μπούκ(α) (βούκα) + -ώνω. Δε σχετίζεται το μπουκάρω.
verb μπουκώνω · μπούκωσα · μπουκώνομαι · μπουκώθηκα · μπουκωμένος
- παραγεμίζω το στόμα κάποιου με τροφή
- χορταίνω από το πολύ φαΐ
-
προκαλώ κορεσμό από την υπερβολή
Similar: μπουχτίζω
-
φράζω, βουλώνω
μπούκωσε η μηχανή, μπούκωσε η μύτη μου
Opposite: ξεμπουκώνω, ξεφράζω, ξεβουλώνω
-
παραγεμίζω έναν κινητήρα με καύσιμο προκαλώντας το σταμάτημά του
Μην ανοίγεις πολύ το γκάζι όταν κατεβάζεις τη μανιβέλα, γιατί θα το μπουκώσεις.
Opposite: ξεμπλοκάρω, ξεμπουκώνω
Talk about this word "μπουκώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. μπουκώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89 "μπουκώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μπουκώνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}