μπουκώνω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μπουκώνω

  • buˈko.no

Where it comes from

μπουκώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐμπουκώνω (< ἐμβουκώνω) με σίγηση του αρχικού άτονου φωνήεντος < μπούκ(α) (βούκα) + -ώνω. Δε σχετίζεται το μπουκάρω.

verb μπουκώνω · μπούκωσα · μπουκώνομαι · μπουκώθηκα · μπουκωμένος

  1. transitive, για τροφή, μεταβατικό παραγεμίζω το στόμα κάποιου με τροφή
  2. intransitive, για τροφή, αμετάβατο χορταίνω από το πολύ φαΐ
  3. figuratively, intransitive, transitive, για τροφή, μεταφορικά, μεταβατικό προκαλώ κορεσμό από την υπερβολή

    Similar: μπουχτίζω

  4. intransitive, αμετάβατο φράζω, βουλώνω μπούκωσε η μηχανή, μπούκωσε η μύτη μου

    Opposite: ξεμπουκώνω, ξεφράζω, ξεβουλώνω

  5. transitive, μεταβατικό παραγεμίζω έναν κινητήρα με καύσιμο προκαλώντας το σταμάτημά του Μην ανοίγεις πολύ το γκάζι όταν κατεβάζεις τη μανιβέλα, γιατί θα το μπουκώσεις.

    Opposite: ξεμπλοκάρω, ξεμπουκώνω

Talk about this word

Cite this
MLA

"μπουκώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μπουκώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89

Chicago

"μπουκώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μπουκώνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}