μπουλούκι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μπουλούκι
- buˈlu.ci
Where it comes from
μπουλούκι < (άμεσο δάνειο) αλβανική buluk + -ι ή απευθείας < (άμεσο δάνειο) τουρκική bölük (στρατιωτικό σώμα ατάκτων) < bölmek (μοιράζω, διανέμω) Διαφορετικής ετυμολογίας το μπουλούκος
noun μπουλούκι · μπουλούκια · μπουλουκιού · μπουλουκιών
- ασύντακτη ομάδα ατόμων ※ Μπουλούκια παιδιά ζητιάνευαν στους δρόμους κι αρπούσαν ό,τι έβρισκαν που να μασιέται. (Ασημάκης Πανσέληνος (1974) Τότε που ζούσαμε [μυθιστόρημα])
- περιοδεύων θίασος στην επαρχία
Talk about this word "μπουλούκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. μπουλούκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B9 "μπουλούκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μπουλούκι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}