μπουμπούκι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μπουμπούκι

Where it comes from

μπουμπούκι < μεσαιωνική ελληνική μπουμπούκι < (ίσως) αρχαία ελληνική βομβύκιον, υποκοριστικό του βόμβυξ

noun μπουμπούκι · μπουμπούκια · μπουμπουκιού · μπουμπουκιών

  1. literally, κυριολεκτικά, βοτανική άνθος στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής του, πριν ανοίξει τα πέταλά του
  2. figuratively, μεταφορικά, προσφώνηση τρυφερή νέα (ή παιδί) «στο άνθος της ηλικίας της» (συχνά χρησιμοποιείται ως τρυφερή προσφώνηση για νέες ή παιδιά)
  3. figuratively, ironic, μεταφορικά, ειρωνικό κάποιος που είναι γνωστός για το βεβαρυμένο παρελθόν του ή (γενικότερα) για την κατακριτέα συμπεριφορά του

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μπουμπούκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μπουμπούκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B9

Chicago

"μπουμπούκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μπουμπούκι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}