μπουντρούμι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μπουντρούμι

  • buˈdɾu.mi

Where it comes from

μπουντρούμι (αντιδάνειο) < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική پودروم (bodrum, podrum, υπόγειο) (> τουρκική bodrum) + -ι, και ανύψωση [o > u] από επίδραση του χειλικού [b] < μεσαιωνική ελληνική ἱππόδρομος < ελληνιστική κοινή ἱππόδρομος (διότι ο ιππόδρομος είχε υπόγεια για τα θηρία)

noun μπουντρούμι · μπουντρούμια · μπουντρουμιού · μπουντρουμιών

  1. φυλακή στα υπόγεια ενός κτιρίου αλλά και το ανήλιαγο, πολύ στενόχωρο κελί Απ’ τα μπουντρούμια κι απ’ την εξορία/νέα του κόσμου ξεκινά η ιστορία (Κωνσταντίνος Καβάφης, "Η ώρα φτάνει")
  2. broadly, κατ’ επέκταση σκοτεινό και στενόχωρο δωμάτιο Σαν μπουντρούμι είναι εδώ μέσα, μια τρύπα, χωρίς παράθυρο, μέσα στην υγρασία...

In English

  • dungeon underground prison or vault

Talk about this word

Cite this
MLA

"μπουντρούμι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μπουντρούμι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B9

Chicago

"μπουντρούμι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μπουντρούμι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}