μπράτιμος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μπράτιμος¹

Where it comes from

μπράτιμος < (άμεσο δάνειο) βουλγαρική побратим (pobratím: όμαιμος) < брат (brat: αδερφός) < πρωτοσλαβική *bratrъ / *bratъ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰréh₂tēr (αδερφός) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

noun μπράτιμος · μπράτιμοι · μπράτιμου · μπράτιμων · μπράτιμο · μπράτιμους

  1. ο στενός, εγκάρδιος φίλος
  2. ο αδελφοποιτός ※ Αδελφοποιΐα επιχωριάζει με την λέξιν αδελφωσιά : οι αδελφοποιηθέντες λέγονταν μπράτιμοι ή βλάμηδες και οι συγγενείς σταυροπατέρας, σταυρομάνα, σταυραδέλφια. (Άννα I. Παπαμιχαήλ Κουτρούμπα, Ο σταυρός στους διαφόρους κλάδους του ελληνικού εθιμικού δικαίου, Επετηρίς του Λαογραφικού Αρχείου / Κέντρου
  3. οι μπράτιμοι: οι στενοί φίλοι του γαμπρού που παρίστανται στην εκκλησία

Μπράτιμος²

Where it comes from

Μπράτιμος < μπράτιμος

proper noun Μπράτιμος · Μπράτιμου · Bratimos

  1. ανδρικό επώνυμο

Talk about this word

Cite this
MLA

"μπράτιμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μπράτιμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82

Chicago

"μπράτιμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μπράτιμος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}