μπρόκολο

Ελληνικά

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

μπρόκολο

  • ˈbɾo.ko.lo

Откуда оно

μπρόκολο < (άμεσο δάνειο) ιταλική broccolo, υποκοριστικό του brocco (βλαστάρι) < λατινική broccus / brochus (αιχμηρός) < γαλατικά < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bhr̥- (αιχμηρός)

существительное μπρόκολο · μπρόκολα · μπρόκολου · μπρόκολων

  1. φυτό μονοετές φυτό (είδος λάχανου: κράμβη η λαχανώδης) της οικογένειας των Κραμβοειδών (Σταυρανθών) του γένους Κράμβη (Brassica), ύψους 50-90 εκατοστών, με πυκνές ταξιανθίες στο άκρο του κεντρικού άξονα και των κλαδιών Το μπρόκολο αποτελεί πλούσια πηγή σουλφοραφάνης, μιας ουσίας που έχει φανεί ότι προσφέρει αντικαρκινική προστασία. (*)

По-английски

  • broccoli plant Brassica oleracea var. italica

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"μπρόκολο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μπρόκολο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF

Chicago

"μπρόκολο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μπρόκολο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}