μπόγιας

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μπόγιας¹

  • ˈbo.ʝas

Sounds like μπογιάς

Where it comes from

μπόγιας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπόγιας (δήμιος) < ιταλική boia < λατινική boia (κολάρο από βοδινό δέρμα) < αρχαία ελληνική βοεία εννοείται βορά → δείτε την ομηρική φράση βοοίη δορή (αντιδάνειο) < βόειος < βοῦς

noun μπόγιας · μπόγιες · μπόγια

  1. επάγγελμα αυτός που μαζεύει τα αδέσποτα σκυλιά ※ Το σκυλί έλειπε από κοντά της πρώτη φορά. Εκεί που κάθουνταν σοροβολιασμένη σ' ένα σταυροδρόμι, της το άρπαξε ο μπόγιας από μέσα από τα χέρια της (Εμμανουήλ Λυκούδης, Το σπιτάκι του γιαλού, εκδ. Σιδέρης, 1920)
  2. figuratively, μεταφορικά ο κακός και σκληρόκαρδος άνθρωπος
  3. dated, literally, παρωχημένο, κυριολεκτικά ο δήμιος ※ 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ἀποκριάτικη νυχτιά, [διήγημα], (1892) @papadiamantis.net, (Ἀποκριάτικη νυχτιά στη Βικιθήκη)

Μπόγιας²

Where it comes from

Μπόγιας < μπόγιας

proper noun Μπόγιας · Μπόγιες · Μπογέηδες · Μπόγια · —Μπογέηδων

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μπόγιας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μπόγιας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%82

Chicago

"μπόγιας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μπόγιας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}