μπότα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μπότα¹

Where it comes from

μπότα < (άμεσο δάνειο) βενετική bota / ιταλική botta < bottare / buttare < παλαιά γαλλικά bote < φραγκική *butt < πρωτογερμανική *buttaz < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰewt- / *bʰewd- (χτυπώ, ωθώ)

noun μπότα · μπότες · μπότας · μποτών

  1. υπόδηση κλειστό και ψηλό παπούτσι που καλύπτει το πόδι αρκετά πάνω από τον αστράγαλο ※ Ίσως αυτή η άνεση να οφειλόταν και στο σπορτίφ ντύσιμό του. Κοίταξε τις χειροποίητες μπότες του και το παντελόνι ιππασίας, που στένευε στα γόνατά του αφήνοντας να διαγραφούν απαλά οι μύες των μηρών του (Βαρβάρα-Ρίτα Αθανασιάδου, Ρώμη, Τo Πορτρέτο ενός Αγνώστου, AA Publishing, 2019)
  2. figuratively, μεταφορικά ο στρατός κατοχής
  3. μουσικό όργανο μεγάλο τύμπανο το οποίο δονείται με τη χρήση ειδικού εργαλείου ποδός (πεντάλι)

Μπότα²

Where it comes from

Μπότα < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Μπότα · Bota

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

In English

  • boot heavy shoe that covers part of the leg

Talk about this word

Cite this
MLA

"μπότα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CF%8C%CF%84%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

μπότα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CF%8C%CF%84%CE%B1

Chicago

"μπότα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CF%8C%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μπότα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CF%8C%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}