μυρμήγκι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μυρμήγκι
- miɾˈmiŋ.ɟi
Where it comes from
μυρμήγκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μυρμήγκι(ν) / μερμήγκι(ν) / μερμήκιν < ελληνιστική κοινή μυρμήκιον < αρχαία ελληνική μύρμηξ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *morwi (μυρμήγκι)
noun μυρμήγκι · μυρμήγκια · μυρμηγκιού · μυρμηγκιών
- οποιοδήποτε από τα διάφορα έντομα της οικογένειας Formicidae της τάξης των υμενοπτέρων, που ζουν σε μεγάλες αποικίες και αποτελούνται σχεδόν εξ ολοκλήρου από άπτερα θηλυκά ※ Και δώσ’ του να μαζεύω όπως όπως το φαρδύ, ριχτό φουστανάκι ανάμεσα από τα πόδια μου, προσπαθώντας τσάτρα πάτρα να φτιάξω κάτι σαν μπατζάκι να γλιτώσω το έμπα-έβγα των πετούμενων, με το χαρούμενο σκυλογαταριό σε στενή συνοδεία, εννοείται. Και να’χω τον Αγγελο, με την παντελονάρα του, cool, μες στη
- ο μικρός ή ασήμαντος άνθρωπος
In English
- ant insect
Talk about this word "μυρμήγκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%85%CF%81%CE%BC%CE%AE%CE%B3%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. μυρμήγκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%85%CF%81%CE%BC%CE%AE%CE%B3%CE%BA%CE%B9 "μυρμήγκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%85%CF%81%CE%BC%CE%AE%CE%B3%CE%BA%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μυρμήγκι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%85%CF%81%CE%BC%CE%AE%CE%B3%CE%BA%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}