μυρμηγκιά
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μυρμηγκιά
Where it comes from
μυρμηγκιά < μυρμήγκι + -ιά
noun μυρμηγκιά · μυρμηγκιές · μυρμηγκιάς · μυρμηγκιών
- η μυρμηγκοφωλιά και το σύνολο των μυρμηγκιών που ζουν σε αυτή
- μεγάλο πλήθος κόσμου
- καλοήθες ιογενές εξόγκωμα που προκαλείται στα ανώτερα στρώματα της επιδερμίδας και μεταδίδεται με την επαφή. Ο ιός ανήκει στην οικογένεια των ιών που ονομάζονται HPV human pappillomavirus. Οι μυρμηγκιές συνήθως έχουν το χρώμα του δέρματος και είναι άγριες στην υφή τους. Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας τη μυρμηγκιά την απαντούμε και ως καρναβίτσα, μπασδραβίτσα, γαρδαβίτσα κ.λπ.
In English
- wart type of growth occurring on the skin
Talk about this word "μυρμηγκιά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%85%CF%81%CE%BC%CE%B7%CE%B3%CE%BA%CE%B9%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026. μυρμηγκιά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%85%CF%81%CE%BC%CE%B7%CE%B3%CE%BA%CE%B9%CE%AC "μυρμηγκιά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%85%CF%81%CE%BC%CE%B7%CE%B3%CE%BA%CE%B9%CE%AC.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μυρμηγκιά},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%85%CF%81%CE%BC%CE%B7%CE%B3%CE%BA%CE%B9%CE%AC},
urldate = {2026-11-07}
}