μυρωδικό
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μυρωδικό
Where it comes from
μυρωδικό < μυρωδιά + -ικό
noun μυρωδικό · μυρωδικά · μυρωδικού · μυρωδικών
- φυτό ή φυτικό προϊόν που προστίθεται στο φαγητό για να του δώσει πιο έντονη μυρωδιά και γεύση ※ Το φαγητό ήταν υπέροχο, όπως και χτες. Ωμή σαλάτα, ο ζωμός από τα σιγοβρασμένα όσπρια κι από κάτω ο πολτός των οσπρίων, με καυτερή πιπερίτσα, ρίγανη κ.α. μυρωδικά. Με τόσο νόστιμα χορτοφαγικά γεύματα, και κρεοφάγος αν ήσουν, θα εγκατέλειπες για πάντα την κρεοφαγία. (Ευάγγελος Γράψας, Ο Αχρημάς - Μ
In English
- herb plant used to flavour food
Talk about this word "μυρωδικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%85%CF%81%CF%89%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026. μυρωδικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%85%CF%81%CF%89%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C "μυρωδικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%85%CF%81%CF%89%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μυρωδικό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%85%CF%81%CF%89%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
urldate = {2026-11-07}
}