μωσαϊκό
Ελληνικά
AI Kwa maneno rahisi
Inaandika maelezo mafupi…
Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.
μωσαϊκό
- mo.sa.iˈko
Limetoka wapi
μωσαϊκό < λόγιο δάνειο από την ιταλική mosaico ή από τη γαλλική mosaique (κατάληξη -ικός) < μεσαιωνική λατινική mosaicum (opus mosaicum, ψηφιδογραφία σπηλαίων αφιερωμένων στις Μούσες) < υστερολατινική musicum αντί του musivum, ουδέτερο του musicus < λατινική Musa < αρχαία ελληνική Μοῦσα. Χαρακτηρίζεται και ως αντιδάνειο.
nomino μωσαϊκό · μωσαϊκά · μωσαϊκού · μωσαϊκών
- πάτωμα που έχει προέλθει από το τρίψιμο της επιφάνειας συμπαγούς μάζας χρωματισμένου τσιμέντου και χαλικιών διαφόρων μεγεθών με αποτέλεσμα να δίνει την αίσθηση του ψηφιδωτού Το σαλόνι έχει μωσαϊκό και οι κρεβατοκάμαρες παρκέ.
- ψηφιδωτό
- χαρακτηρισμός συνόλου ομοειδών αντικειμένων που έχουν ανομοιογένεια μεταξύ τους
- με σοκολάτα και μπισκότα, περισσότερο γνωστό ως κορμός
Kwa Kiingereza
- mosaic artwork
Zungumza kuhusu neno hili "μωσαϊκό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%89%CF%83%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026. μωσαϊκό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%89%CF%83%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C "μωσαϊκό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%89%CF%83%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C.Nukuu
@misc{micwyn_2026,
title = {μωσαϊκό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%89%CF%83%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C},
urldate = {2026-11-07}
}