μωσαϊκό

Ελληνικά

AI Kwa maneno rahisi

Inaandika maelezo mafupi…

Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.

μωσαϊκό

  • mo.sa.iˈko

Limetoka wapi

μωσαϊκό < λόγιο δάνειο από την ιταλική mosaico ή από τη γαλλική mosaique (κατάληξη -ικός) < μεσαιωνική λατινική mosaicum (opus mosaicum, ψηφιδογραφία σπηλαίων αφιερωμένων στις Μούσες) < υστερολατινική musicum αντί του musivum, ουδέτερο του musicus < λατινική Musa < αρχαία ελληνική Μοῦσα. Χαρακτηρίζεται και ως αντιδάνειο.

nomino μωσαϊκό · μωσαϊκά · μωσαϊκού · μωσαϊκών

  1. οικοδομική πάτωμα που έχει προέλθει από το τρίψιμο της επιφάνειας συμπαγούς μάζας χρωματισμένου τσιμέντου και χαλικιών διαφόρων μεγεθών με αποτέλεσμα να δίνει την αίσθηση του ψηφιδωτού Το σαλόνι έχει μωσαϊκό και οι κρεβατοκάμαρες παρκέ.
  2. τέχνη ψηφιδωτό
  3. figuratively, μεταφορικά χαρακτηρισμός συνόλου ομοειδών αντικειμένων που έχουν ανομοιογένεια μεταξύ τους
  4. γλυκό με σοκολάτα και μπισκότα, περισσότερο γνωστό ως κορμός

kivumishi μωσαϊκό · μωσαϊκά · μωσαϊκού · μωσαϊκών

  1. accusative, masculine, singular, αρσενικό αιτιατική ενικού του μωσαϊκός
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μωσαϊκός

Kwa Kiingereza

Zungumza kuhusu neno hili

Nukuu
MLA

"μωσαϊκό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%89%CF%83%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μωσαϊκό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%89%CF%83%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C

Chicago

"μωσαϊκό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%89%CF%83%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μωσαϊκό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%89%CF%83%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}