μόδι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μόδι¹
- ˈmo.ði
Where it comes from
μόδι < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική μόδιον / μόδιος / μόδιν < ελληνιστική κοινή μόδιος < λατινική modius < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *med– (μέτρο)
noun μόδι · μόδια · μοδιού · μοδιών
- παλαιά μονάδα μέτρησης χωρητικότητας για στεγνά προϊόντα, ιδίως σιτηρά, δημητριακά και ξηρούς καρπούς, με ισοδυναμία που ποίκιλλε ανάλογα με τον τόπο και την εποχή
- παλαιά μονάδα μέτρησης επιφάνειας ή έκτασης γης, συνδεδεμένη συνήθως με την ποσότητα σπόρου που απαιτούνταν για τη σπορά της
Μόδι²
- ˈmo.ði
Where it comes from
Μόδι < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Μόδι · Μόδια · Μοδιού · Μοδιών
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- ονομασία νησίδων της Ελλάδας
In English
- peck one quarter of a bushel, eight quarts
Talk about this word "μόδι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CE%B4%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026. μόδι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CE%B4%CE%B9 "μόδι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CE%B4%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μόδι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CE%B4%CE%B9},
urldate = {2026-11-06}
}