μόνιμος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μόνιμος

  • ˈmo.ni.mos

Where it comes from

μόνιμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μόνιμος, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική permanent

adjective μόνιμος · μόνιμη · μόνιμο

  1. που μένει με τις ίδιες ιδιότητες ή στην ίδια κατάσταση χωρίς σημαντικές αλλαγές οι μαγνήτες από σπάνιες γαίες είναι από τους πιο ισχυρούς μόνιμους μαγνήτες
  2. συχνός, σταθερός μόνιμος πελάτης
  3. διαρκής είχε μια μόνιμη ανησυχία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του
  4. για πρόσωπα που έχει μία σταθερή θέση εργασίας χωρίς χρονικούς περιορισμούς άρχισε ως αναπληρωτής αλλά φέτος διορίστηκε ως μόνιμος εκπαιδευτικός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μόνιμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μόνιμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82

Chicago

"μόνιμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μόνιμος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}