μόνωση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μόνωση
- ˈmo.no.si
Where it comes from
μόνωση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μόνωσις (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική isolation / isolement )
noun μόνωση · μονώσεις · μόνωσης · μονώσεων
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μονώνω, η κάλυψη με ειδικά υλικά, ώστε να υπάρχει προστασία αλλά και να εμποδίζεται η κυκλοφορία ή απώλεια (κατά περίσταση της θερμότητας, της υγρασίας, του ήχου, του ηλεκτρισμού κ.λπ.
- το σύνολο των μονωτικών υλικών που χρησιμοποιούνται στην ως άνω διαδικασία
- η απομόνωση
In English
- insulation The act of insulating
Talk about this word "μόνωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. μόνωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7 "μόνωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μόνωση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}