μόρτης
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μόρτης¹
- ˈmoɾ.tis
Where it comes from
Έχουν προταθεί πολλές ετυμολογίες για τη λέξη:
Είτε από την ιταλική beccamortο πληθυντικός beccamorti, με παράλειψη του α' συνθετικού ("τυμβωρύχος, νεκροθάφτης"). (becco ("ράμφος, σκαπτικό εργαλείο") < λατινικήbeccus + morto ("νεκρός") < λατινικήmors)
Είτε τουρκικής προέλευσης, από την morti (morto ⁽ᵗʳ⁾ πεθαμένος) + -ς ή κατ' άλλη άποψη, λαϊκή, από την τουρκική mortu, morto. Και οι δύο λέξεις ανάγονται στην ιταλικήmorti, πληθυντικός του morto ("πεθαμένος")
Είτε από τη ιδιωματική πιτσικαμόρτης (όπως στο κερκυραϊκό ιδίωμα), η οποία προέρχεται από την βενετική (pizzicamorte) (δείτε τη Συζήτηση:μόρτης)
noun μόρτης · μόρτες · μόρτηδες · μόρτη · — · μόρτηδων
- ο αλήτης, ο μάγκας ※ Άιντε ρε μόρτη, ρε Περαιώτη | με τ’ άσπρο ζωναράκι σου και με τον κόφτη | μ’ αυτή την τόση τη λεβεντιά σου | ποτέ δεν λείπει γκόμενα από κοντά σου
-
άνθρωπος που (είχε πάθει ανοσία στην πανούκλα και) προσέφερε τις υπηρεσίες του στην κοινότητα θάβοντας τους νεκρούς και περιθάλποντας τους ασθενείς
Similar: απόλοιμος
Μόρτης²
Where it comes from
Μόρτης < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Μόρτης · Μόρτηδες · Μόρτη · Μόρτηδων
- ανδρικό επώνυμο
Talk about this word "μόρτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μόρτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%82 "μόρτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μόρτης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}