μύλος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μύλος¹
- ˈmi.los
Where it comes from
μύλος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή μύλος < αρχαία ελληνική μύλη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *melh₂- (αλέθω, συνθλίβω)
noun μύλος · μύλοι · μύλου · μύλων · μύλο · μύλους
- το οικοδόμημα όπου γίνεται η άλεση καρπών
- η βιομηχανική ή βιοτεχνική εγκατάσταση - εργαστήριο όπου γίνεται άλεση καρπών
- το αντικείμενο που χρησιμοποιείται κυρίως στην κουζίνα για την άλεση διάφορων σπόρων ή καρπών όπως πιπέρι, καφές, πατάτα, ντομάτα κ.α., κλειστού ή ανοικτού τύπου για να γίνει πιο πηχτή η σούπα, περάστε τα λαχανικά από το μύλο
- η μηχανή παραγωγής κιμά (κρεατομηχανή)
- το κυλινδρικό τμήμα ενός περίστροφου, όπου μπαίνουν οι σφαίρες
- ο παλαιότερος τύπος φυσιγγιοθήκης οπλοπολυβόλων
- ο πτερωτός μηχανισμός του ανεμόπτερου
- ο εξωτερικός μηχανικός εξοπλισμός καπνοδόχου
- μια πολύ μπερδεμένη κατάσταση με αυτόν έχουμε γίνει μύλος
- η μεγάλη ψυχαγωγική κατασκευή - διάταξη σε λούνα παρκ, η ρόδα
- η μικρή οριζόντια περιστροφική κατασκευή ψυχαγωγίας παιδιών
- παιδικό παιχνίδι προσχολικής ηλικίας «ανεμόμυλος», το φουρφούρι
- το ξύλινο περιστροφικό παιχνίδι παραγωγής ήχου, κρόταλο, (ροκάνα)
Μύλος²
- ˈmi.los
Where it comes from
Μύλος < μύλος
proper noun Μύλος · Μύλοι · Μύλου · Μύλων · Μύλο · Μύλους
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
In English
Talk about this word "μύλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. μύλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%82 "μύλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μύλος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}